1127
| Jeff Hanisch-USA TODAY Sports/ CreativeProtagon

Ο άθλος του Γιάννη είναι ο θρίαμβος της θέλησης

Sportscaster Sportscaster 21 Ιουλίου 2021, 13:16
|Jeff Hanisch-USA TODAY Sports/ CreativeProtagon

Ο άθλος του Γιάννη είναι ο θρίαμβος της θέλησης

Sportscaster Sportscaster 21 Ιουλίου 2021, 13:16

Να, λοιπόν, που τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Αυτό θα σκέφτονται από το πρωί όλοι όσοι γνώριζαν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο μέχρι πριν από εννέα χρόνια. Τον Γιαννάκη τον μικροπωλητή, που τριγυρνούσε στις γειτονιές της Αθήνας για να πουλήσει την πραμάτεια του. Το ντροπαλό παιδί, που δεν θα τολμούσε να ζητήσει φαγητό αν η ανθρωπιά κάποιων γειτόνων του δεν ένιωθε την πείνα του. Τον «φύγε από ‘δω», που ζούσε μέσα στην ανέχεια, την ανασφάλεια και την περιφρόνηση. Τον ψηλόλιγνο πιτσιρικά, που –άκου θράσος!– πήγε να δοκιμάσει την τύχη του στο ΝΒΑ χωρίς να έχει παίξει στην Α1 του ελληνικού πρωταθλήματος.

Το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος, αμέσως μετά το Game 6 των Τελικών που σήμανε την κατάκτηση του τίτλου από τους Μιλγουόκι Μπακς για πρώτη φορά εδώ και μισόν αιώνα. Αφού έτρεξε προς τη θέση όπου καθόταν η μητέρα του στην εξέδρα του «Fiserv Forum» για να πέσει στην αγκαλιά της, έβαλε τα κλάματα. «Θυμήθηκα όλο το ταξίδι, όλη την πορεία μου, τι έκανα για να φτάσω εδώ. Τι θυσίασαν οι γονείς μου για να είμαι εδώ», εξομολογήθηκε λίγα λεπτά αργότερα στους εκπροσώπους των media.

«Αρχισα να παίζω μπάσκετ για να βοηθήσω την οικογένειά μου. Περάσαμε δύσκολες καταστάσεις ως παιδιά… Πριν από οκτώμισι χρόνια δεν ήξερα το επόμενο βήμα μου. Η μαμά μου πουλούσε πράγματα στους δρόμους. Τώρα είμαι στην κορυφή, είμαι ευλογημένος. Ακόμη κι αν δεν καταφέρω να φτάσω ποτέ ξανά εδώ, είμαι καλά. Είμαι καλά με όσα έχω πετύχει. Ελπίζω αυτό να δώσει ελπίδα σε όλους, να τους κάνει να πιστέψουν στα όνειρά τους». Για όσους γνωρίζουν την ιστορία του, έστω λίγο, αυτό ακριβώς συμβολίζει ο άθλος του: τον θρίαμβο της θέλησης.

Μερίδιο της επιτυχίας που ξημέρωσε απολαμβάνει και η Ελλάδα. Γιατί, αν και πέρασε κάτω από τα ραντάρ των μεγάλων ελληνικών συλλόγων, αν και δεν είναι αθλητικό μας τέκνο, ο Γιάννης είναι Ελληνας. Οποιοι πιστεύουν το αντίθετο, ας το πουν στους κατοίκους του Μιλγουόκι που πηγαίνουν στο γήπεδο φορώντας φανέλες της Εθνικής μας, για να τον εμψυχώσουν. Ας το πουν στους Ελληνες της Αμερικής, που για χάρη του υποστηρίζουν τους ασήμαντους –μέχρι να τον συναντήσουν– Μπακς, έστω κι αν κατοικούν στη Νέα Υόρκη, το Λος Αντζελες, το Σικάγο, ή τη Φλόριντα. Ας το πουν στους Αμερικανούς, που τον βάπτισαν «Greek Freak». Ας το πουν στη Nike, η οποία σε κάποια μπλουζάκια της χαιρετίζει την ελληνική κληρονομιά του. Ας το πουν στον διεθνή Τύπο, που σήμερα υμνεί τα κατορθώματα του «έλληνα Θεού». Ας το πουν στον ίδιο τον Αντετοκούνμπο, που περηφανεύεται για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί.

Ακόμη κι αν δεν ήταν Ελληνας, οι Ελληνες ήταν με τον Γιάννη. Στη συντριπτική τους πλειονότητα. Οπως και εκατομμύρια άλλοι φίλοι του μπάσκετ σε όλο τον κόσμο.

– Γιατί είναι αδιανόητο ταλέντο. Εμφανίστηκε «από το πουθενά» και, μέσα σε οκτώ χρόνια, κατόρθωσε να βάλει το όνομά του στην ίδια πρόταση με εκείνα των κορυφαίων: του Μάτζικ, του Τζόρνταν, του Μπερντ, του Κόμπι, του Λεμπρόν, του Κάρι… Σήμερα, η πορτοκαλί μπάλα δεν έχει άλλον σόουμαν σαν κι αυτόν.

– Γιατί είναι «θαύμα της φύσης». Πριν από 21 μέρες είχε υποστεί έναν τραυματισμό που θα άφηνε οποιονδήποτε… κοινό θνητό εκτός δράσης για (τουλάχιστον) ενάμιση μήνα. Εκείνος επέστρεψε σε μια εβδομάδα. Οχι, απλώς, για να παραστεί στους Τελικούς, αλλά για να πρωταγωνιστήσει. Για να κάνει εκείνη την απίθανη τάπα πάνω στον άμοιρο Ντιάντρε Εϊτον στο Game 4. Για να καρφώσει (με το ένα χέρι) στο καλάθι των Σανς, «πετώντας» πάνω από τον Κρις Πολ στο Game 5, μπροστά στον εμβρόντητο ΛεΜπρόν Τζέιμς που παρακολουθούσε από την εξέδρα. Σε μια σκηνή που έμοιαζε με τελετή παράδοσης του στέμματος από τον «Βασιλιά» στον διάδοχό του. Και για να σκοράρει στο Game 6, το καθοριστικό, 50 πόντους: σχεδόν τους μισούς από τους 105 που πέτυχε, στο σύνολο, η ομάδα του. Τα νούμερα του Γιάννη, το ΝΒΑ δεν τα είχε ξαναδεί σε σειρά Τελικών.

– Γιατί είναι η προσωποποίηση της αφοσίωσης. Στις 7 Ιουλίου 2014 είχε γράψει στο Twitter: «Δεν θα φύγω από το Μιλγουόκι, εάν δεν χτίσουμε ομάδα πρωταθλητισμού». Εύκολο να το λες στα 20 σου χρόνια, ως «πρωτάρης», αλλά πολύ δύσκολο να το κάνεις όταν, πια, είσαι σούπερ σταρ, και οι μεγαλουπόλεις με τις υπερομάδες σου τάζουν κάθε υποστήριξη που χρειάζεσαι για να κατακτήσεις το πρωτάθλημα. Ο Γιάννης κράτησε την υπόσχεσή του στην ομάδα που τον επέλεξε στο ντραφτ, στην πόλη που αγκάλιασε την οικογένειά του, υπογράφοντας ακόμη δύο συμβόλαια με τα «Ελάφια». Ιδρωμένος, ακόμη, από τον σημερινό θρίαμβο, εξήγησε: «Με εμπιστεύονται εδώ, το έκαναν ακόμη και όταν ήμασταν τελευταίοι. Θα ήταν εύκολο να πάω αλλού και να πάρω πρωταθλήματα, να πάω σε μια super-team. Αλλά αυτός είναι ο δύσκολος και ο σωστός δρόμος… Δεν μου αρέσει να απογοητεύω τον κόσμο. Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που υπέγραψα ξανά στο Μιλγουόκι. Δεν ήθελα να απογοητεύσω κανέναν…».

– Γιατί παραμένει ταπεινός, ακόμη και τώρα, που έχει τον κόσμο στα πόδια του. Στο Game 5 των τελικών, αυτός ο franchise player, ο δύο φορές MVP του ΝΒΑ και δεύτερος σε πωλήσεις φανέλας παίκτης της αμερικανικής λίγκας δεν είχε κανένα πρόβλημα να αφήσει την μπάλα και τις πρωτοβουλίες στους συμπαίκτες του (Χόλιντεϊ και Μίντλετον), βάζοντας το συμφέρον της ομάδας του πάνω από το «εγώ» του. Και στις επινίκιες δηλώσεις του δεν κουράστηκε να μνημονεύει τη συνεισφορά όλων των μελών της οικογένειας των Μπακς.

– Γιατί, για να φτάσει ως εδώ, δούλεψε πολύ σκληρά, μέρες και νύχτες, θυσιάζοντας όλες τις απολαύσεις που, πλέον, είχε τις οικονομικές δυνατότητες να γευθεί.

– Γιατί είναι φαινόμενο ανθρώπου και αθλητή. Ο γιος, ο αδελφός, ο φίλος, ο συνοδοιπόρος στη ζωή και τη δουλειά, που όλοι θα θέλαμε να έχουμε. Και ένα «Be like Giannis» πρότυπο για τα νέα παιδιά.

Ακόμη και αφού είχε σαρώσει όλα τα ατομικά βραβεία, και είχε καταρρίψει κάθε είδους ρεκόρ, λίγοι πίστευαν οτι θα κατάφερνε να οδηγήσει στην κορυφή μια τόσο μικρή αθλητική αγορά. Αν λάβουμε υπόψη την αφετηρία του, αλλά και το μέγεθος του Μιλγουόκι σε όλους τους τομείς, ο Γιάννης είναι ο πιο απρόσμενος νέος «βασιλιάς» του ΝΒΑ. Πραγματοποίησε το όνειρό του σε ηλικία 26 ετών και 226 ημερών. Ο προκάτοχός του, Λεμπρόν Τζέιμς, ο κορυφαίος εν ενεργεία μπασκετμπολίστας κατά πολλούς, ήταν 27 ετών και 173 ημερών όταν φόρεσε το πρώτο του δαχτυλίδι, τον Ιούνιο του 2012. Επειτα από εννέα «άτιτλες» σεζόν, και αφού ενέδωσε στον πειρασμό να μετακομίσει στο Μαϊάμι, προκειμένου να γίνει –επιτέλους– πρωταθλητής. Κι ο μεγαλύτερος παίκτης όλων των εποχών, ο Μάικλ Τζόρνταν, ξόδεψε επτά χρόνια προτού γευτεί την υπέρτατη επιτυχία, με αρκετούς «αστέρες» στην υπηρεσία του.

«Συγχαρητήρια, Γιάννη, το κέρδισες το γ@@@μένο!», διαμήνυσε στον Αντετοκούνμπο ο ΛεΜπρόν. Και το ΝΒΑ «θυμήθηκε» ένα τιτίβισμα του Κόμπι Μπράιαντ, πριν από δύο χρόνια, με το οποίο προκαλούσε τον «Greek Freak» να κατακτήσει το δαχτυλίδι του πρωταθλητή. Το έκανε retweet, σχολιάζοντας: «Challenge complete» (η πρόκληση ολοκληρώθηκε). Αλλά ο Γιάννης έχει αντίθετη γνώμη: «Θα το ξανακάνουμε», προειδοποίησε, κρατώντας την κούπα στα μακριά του χέρια.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News