1510
Σύνθεση με αγγελίες του 1938 που αφορούσαν τη φυγάδευση εβραιόπουλων της Βιέννης στη Βρετανία. Στην ένθετη εικόνα η γιαγιά, ο παππούς και ο πατέρας του συντάκτη | Guardian

Οι Ναζί, τα εβραιόπουλα και οι σωτήριες αγγελίες

Protagon Team Protagon Team 11 Μαΐου 2021, 13:20
Σύνθεση με αγγελίες του 1938 που αφορούσαν τη φυγάδευση εβραιόπουλων της Βιέννης στη Βρετανία. Στην ένθετη εικόνα η γιαγιά, ο παππούς και ο πατέρας του συντάκτη
|Guardian

Οι Ναζί, τα εβραιόπουλα και οι σωτήριες αγγελίες

Protagon Team Protagon Team 11 Μαΐου 2021, 13:20

Το 1938 υπήρξε κύμα δημοσίευσης αγγελιών στην εφημερίδα Manchester Guardian, στον σημερινό Guardian δηλαδή, λέει ο Τζούλιαν Μπόργκερ, συντάκτης του βρετανικού Μέσου. Χάρη σε αυτές ορισμένες εβραϊκές οικογένειες από την Αυστρία κατάφεραν να φυγαδεύσουν τα παιδιά τους στη Δύση, εκτός Ράιχ, και να τα σώσουν από τους Ναζί. Το συγκινητικό στοιχείο του δημοσιεύματος έγκειται στο γεγονός ότι ο πατέρας του συντάκτη ήταν ένα από εκείνα τα εβραιόπουλα.

Η αγγελία που αφορούσε τον πατέρα του εμφανίστηκε στη δεύτερη σελίδα του φύλλου, την Τετάρτη 3 Αυγούστου 1938. Ηταν η εξής: «Αναζητώ έναν καλό άνθρωπο που θα εκπαιδεύσει το έξυπνο αγόρι μου, ηλικίας 11 ετών, βιεννέζικης καλής οικογενείας» έγραφε, και έδινε το επώνυμο Μπόργκερ και μία διεύθυνση στην αυστριακή πρωτεύουσα.

Το κόστος της αγγελίας ήταν ένα σελίνι, μας πληροφορεί ο συντάκτης, και οι αποστολείς ήταν «οι παππούδες μου, ο Λεό και η Ερνα». Οσο για το 11χρονο αγόρι, «ήταν ο πατέρας μου, ο Ρόμπερτ, που έτσι γλίτωσε αυτός και έτσι τώρα εγώ βρίσκομαι εδώ, σχεδόν 83 χρόνια μετά, να εργάζομαι στην εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει την αγγελία».

Το 1938 πολλές εβραϊκές οικογένειες που ζούσαν υπό γερμανική κυριαρχία προσπαθούσαν να φυγαδεύσουν τα παιδιά τους. Οι αγγελίες ήταν μία λύση. Τα επιγραμματικά κείμενα διαβάζονται σαν κοινή παράκληση όλων των αποστολέων: «Πάρτε το παιδί μου!» Και, ναι, οι άνθρωποι το έκαναν. Ετσι σώθηκαν πολλές ζωές εβραίων.

Από τη δημοσίευση της αγγελίας που αφορούσε τον πατέρα του συντάκτη δεν απείχε πολύ η ενσωμάτωση της Αυστρίας στο γερμανικό Ράιχ ή η νομοθέτηση των σκληρών αντιεβραϊκών μέτρων της Νυρεμβέργης. Στη Βιέννη είχαν ήδη αναλάβει τις σχετικές πρωτοβουλίες οι ντόπιοι Ναζί. Τα SA και η Γκεστάπο είχαν ενοχλήσει και τον πατέρα και τον παππού και τους είχαν ταπεινώσει, γράφει ο Μπόργκερ, μπροστά από το κατάστημα του δεύτερου, με τα ραδιόφωνα και τα μουσικά όργανα. Τα σχετικά καψώνια είχε καταγράψει και η εφημερίδα Manchester Guardian.

Ο πατέρας του συντάκτη κατέληξε στην Ουαλία, αφού οι Ρεγκ και Νάνσι Μπίγκλεϊ απάντησαν στην αγγελία και τον έφεραν στο Νησί. Και η γιαγιά του συντάκτη, η Ερνα, σώθηκε, αφού πάτησε ελεύθερη γη στη Βρετανία σαν οικιακή βοηθός για μια οικογένεια στο Πάντινγκτον. Ο παππούς του συντάκτη, ο Λεό, κατάφερε να πάρει βίζα με τη βοήθεια των Μπίγκλεϊ και βρήκε και εργασία σε εργοστάσιο εσωρούχων, εβραίων ιδιοκτητών. Μάλιστα ο παππούς δούλεψε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του. «Οι τρεις τους μιλούσαν μεταξύ τους στα Γερμανικά, αλλά δεν ξέρω αν συζητούσαν για τις παλιές ημέρες στη Βιέννη» λέει ο Μπόργκερ.

Ο συντάκτης γράφει ότι, πέρα από τις λεηλασίες των εβραϊκών περιουσιών, πέρα από τις καταστροφές των συναγωγών, τις συλλήψεις και τις μεταγωγές στο Νταχάου, «οι Ναζί ήταν πρόθυμοι να διώξουν τους Εβραίους από το Ράιχ, ωστόσο αυτό δεν ήταν εύκολο» εξαιτίας της σχολαστικής ναζιστικής γραφειοκρατίας.

Το κατάστημα που διατηρούσε ο παππούς του συντάκτη στη Βιέννη (Guardian)

Πάντως «μέχρι το φθινόπωρο του 1938, πολλοί εβραίοι της Βιέννης εμφανίζονταν στη στήλη προσφοράς εργασίας της εφημερίδας Manchester Guardian σαν μπάτλερ, σοφέρ και υπηρέτριες» καθώς υπήρχε έλλειψη βρετανικών εργατικών χεριών για τέτοιες θέσεις. Και στη συνέχεια του εκτενέστατου αφιερώματός του και στους ομοφύλους του και στην προσφορά της εφημερίδας, ο Μπόργκερ αναφέρει συγκεκριμένες περιπτώσεις εβραίων που κατέληξαν στο Νησί μέσω του συστήματος των αγγελιών.

Εξήντα εβραιόπουλα από τη Βιέννη πήγαν με αυτόν τον τρόπο στη Βρετανία πριν από την εφαρμογή του κρατικού προγράμματος μεταφοράς ασυνόδευτων παιδιών, τον Νοέμβριο του 1938. Από το σημείο αυτό και μέχρι το ξέσπασμα του πολέμου, 10.000 τέκνα εβραίων έφθασαν στη Βρετανία. Αλλά υπήρχαν και αυτοί που δεν έφυγαν από το Ράιχ.

Οι αγγελίες στον Guardian στις αρχές του 1939 αντικατοπτρίζουν τη δυστυχία αυτών των ανθρώπων, γράφει ο Μπόργκερ. Πλέον υπήρχαν αγγελίες που ανέφεραν ότι «ο πατέρας είναι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όμως τρία αγόρια, 8 έως 12 ετών, και τρία κορίτσια, 13 έως 16 ετών, πρέπει να φύγουν από τη Γερμανία». Ακολουθούσε ένα αγωνιώδες ερώτημα: «Είναι κανείς πρόθυμος να βοηθήσει;»

Η γιαγιά και ο παππούς και πίσω τους ο πατέρας του συντάκτη (Guardian)

Στις 11 Μαρτίου, συνεχίζει την αναφορά σε συγκεκριμένες αγγελίες ο συντάκτης, δημοσιεύτηκε το εξής: «Ποιος θα βοηθήσει να αποφυλακιστούν από το στρατόπεδο συγκεντρώσεως δύο νεαροί Βιεννέζοι, ηλικίας 21 και 23 ετών, προσφέροντάς τους θέσεις εργασίας;» Και σημειώνει ότι αναλόγου περιεχομένου εκκλήσεις δημοσίευσαν και οι λονδρέζικοι Times και η Telegraph, ωστόσο η εφημερίδα Manchester Guardian προτιμήθηκε από τους υποψήφιους φυγάδες διότι «φιλοξενούσε τη μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα του Ηνωμένου Βασιλείου, εξαιρουμένου του Λονδίνου, και είχε δεσμούς με τη Βιέννη λόγω του εμπορίου κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων».

Ο συντάκτης πλέκει ένα διαχρονικό εγκώμιο του Guardian υποστηρίζοντας ότι «επικεντρώθηκε περισσότερο από τον υπόλοιπο βρετανικό Τύπο στα δεινά των υπό ναζιστική κυριαρχία εβραίων», αλλά και «στις δυσκολίες τους στο Ηνωμένο Βασίλειο».

Και την άποψή του την εδραιώνει παραθέτοντας τη γνώμη του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον Τόνι Ο’Κούσνερ, ενός ειδικού περί το Ολοκαύτωμα: «Η εφημερίδα Manchester Guardian είχε δικαιολογημένη φήμη ότι υποστηρίζει τα εβραϊκά δίκαια, και ειδικά αυτά των προσφύγων, οπότε ήταν φυσιολογικό κάποιος να δημοσιεύσει την αγγελία του σε αυτή. Ο τρόπος με τον οποίο η εφημερίδα ανέφερε τον ναζιστικό αντισημιτισμό και υποστήριξε την είσοδο των προσφύγων στη Βρετανία, και στη συνέχεια την προστασία τους, μπορεί να θεωρηθεί μία από τις πιο υπερήφανες στιγμές στην ιστορία της»…

Ο συντάκτης γράφει ότι, φεύγοντας από το στενό οικογενειακό ενδιαφέρον, ασχολήθηκε και με τις υπόλοιπες αγγελίες περί φυγάδευσης εβραιόπουλων τις οποίες είχε δημοσιεύσει η εφημερίδα του. Λέει ότι έφθασαν στη Βρετανία παιδιά ηλικίας 12, 13 ή 14 ετών, τα οποία αναζητούσαν τρόπους να σώσουν και τους γονείς τους ή άλλους συγγενείς τους.

Αναφέρει την περίπτωση μίας κοπέλας που στην αγγελία της 28ης Ιουνίου 1938 εμφανίστηκε σαν «γλωσσομαθής, δακτυλογράφος γνωρίζουσα στενογραφία». Αυτή σώθηκε από μία βρετανική οικογένεια, και σήμερα ο γιος της είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σιάτλ. Ωστόσο οι γονείς της δεν μπόρεσαν  να φύγουν από τη Βιέννη πριν από την άνοιξη του 1940, έτσι η απόδρασή τους στη Δύση δεν ήταν πια εφικτή. Τελικά κατευθύνθηκαν προς τη Σαγκάη, με σκοπό να περάσουν στις ΗΠΑ. Τους έπιασαν οι Ιάπωνες και πέρασαν όλα τα χρόνια του Β’ ΠΠ σε φιλιππινέζικο στρατόπεδο κοντά στη Μανίλα.

Απελπισία γονέων

Αλλη μία από τις περιπτώσεις που εντόπισε ο Μπόργκερ σκαλίζοντας τις αγγελίες του 1938: κάποια Γερτρούδη, 14 ετών έφθασε στη Βρετανία το 1939, οι γονείς της την αποχαιρέτησαν για πάντα, και εκείνη αργότερα έγραψε «για την απελπισία των γονέων της» που την έστειλαν στην Αγγλία. Η ίδια, μεταπολεμικά, με την ίδρυση του Ισραήλ, μετανάστευσε εκεί.

Η τελευταία φωτογραφία της Γερτρούδης με τους γονείς της (Guardian)

Η κόρη της Γερτρούδης είπε στον συντάκτη του Guardian ότι οι παππούδες της άργησαν να κινητοποιηθούν και κατέληξαν σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Μινσκ της Λευκορωσίας. Η μάνα της τους έψαξε, όμως η υπόθεση έλαβε τέλος όταν ο Ερυθρός Σταυρός τής διεμήνυσε ότι ο θάνατος και των δύο είχε απολύτως εξακριβωθεί. Η κόρη της Γερτρούδης είπε στον Μπόργκερ ότι «συγκλονίστηκε» όταν είδε την αγγελία για τη μάνα της πρώτη φορά, το 2014: «Η μητέρα μας μάς είχε μιλήσει για την αγγελία, αλλά ήταν συναρπαστικό όταν την αντίκρισα».

«Κανένας από τους απογόνους των εβραιόπουλων της Βιέννης δεν είχε δει στην εφημερίδα την αγγελία που απέβη η σωτηρία των γονέων του» λέει ο Μπόργκερ. Επικοινώνησε με ορισμένους πάντως: «Δεν είχα ιδέα. Είμαι έκπληκτη» του είπε κάποια Νεοϋορκέζα, κόρη εβραιοπούλας της οποίας η σχετική αγγελία είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Manchester Guardian. Την 1η Αυγούστου 1938 η μαμά της ήταν «13 ½ ετών, από καλή οικογένεια». Η κόρη είπε στον συντάκτη: «Χρειάζομαι μία λέξη μεγαλύτερη από την έκπληξη για να εκφράσω τι νιώθω όταν βλέπω την αγγελία. Η συναισθηματική, ψυχολογική, οικονομική πίεση που πρέπει να υπέστησαν αυτοί που είχαν ζήσει με υπηρέτες, πρέπει να ήταν αφόρητη όταν έγραφαν ‘ποιος θα πάρει το παιδί μου;’»

Επιθυμητός προορισμός οι ΗΠΑ

Και για τους εβραίους της Βιέννης οι ΗΠΑ ήταν ο επιθυμητός προορισμός, γράφει ο συντάκτης του Guardian, ωστόσο οι αμερικανικές αρχές είχαν καθιερώσει αυστηρές ετήσιες ποσοστώσεις για τους μετανάστες. Ετσι για τους περισσότερους από τους φυγάδες του Ράιχ, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν ο προθάλαμος, ένας τόπος αναμονής ώσπου να έλθει η ώρα της Αμερικής. Πάντως πολλές οικογένειες εβραίων κατάφεραν και ενώθηκαν και πάλι στις ΗΠΑ. Μάλιστα τα νεαρότερα αρσενικά μέλη τους επέστρεψαν στην Ευρώπη με τον αμερικανικό στρατό, στην υπηρεσία πληροφοριών, με ειδικότητα την ανάκριση των γερμανών αιχμαλώτων και την έγκαιρη σύλληψη γερμανών επιστημόνων, προλαμβάνοντας τους Σοβιετικούς δηλαδή. Αλλοι εβραίοι της Βιέννης εντάχθηκαν στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία, στη Βρετανία, και πολέμησαν και αυτοί.

Για τους περισσότερους απογόνους με τους οποίους μίλησα, ομολογεί ο συντάκτης, η υπόθεση των αγγελιών ήταν μία οδυνηρή υποσημείωση στο οικογενειακό ιστορικό, μία υπενθύμιση της αλυσίδας γεγονότων που έκανε τη διαφορά μεταξύ της επιβίωσης και του αφανισμού. Οσον αφορά εμένα, εξομολογείται, ο σεβασμός που έτρεφαν οι δικοί μου για τον Guardian σίγουρα με οδήγησε να εργαστώ εδώ, σε αυτήν την εφημερίδα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News